Η παιδική σκέψη διαφέρει από αυτήν των ενηλίκων σε σημαντικά σημεία.  Ο ενήλικος τρόπος σκέψης και ο τρόπος κατανόησης του κόσμου μέσα από αυτόν βασίζεται στον ορθολογισμό και στην επιστημολογία ενώ ενισχύεται ταυτόχρονα από την ικανότητα για αφαιρετική σκέψη και κατανόηση αφηρημένων εννοιών. Συχνά, λοιπόν και με απόλυτη συνέπεια στην ωριμότητα του ενήλικα, οι γονείς, οι παιδαγωγοί αλλά και άλλα πρόσωπα αναφοράς για το παιδί, τείνουν να εξηγούν τον κόσμο στο παιδί μέσα από τη δική τους οπτική που συνήθως βασίζεται στη λογική. Μπορεί όμως το παιδί να κατανοήσει τον εαυτό και τον κόσμο με αυτό τον τρόπο; Μπορεί δηλαδή να κατανοήσει με όρους φυσικής, χημείας ή ηθικής; Όσο απλά και αν εξηγηθεί ο νόμος της βαρύτητας που κρατά το φεγγάρι χωρίς να πέφτει κάτω, το παιδί, έως και την προεφηβεία, εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται και να φαντασιώνει τη βαρύτητα σαν πραγματικό αντικείμενο που κρατάει. Αν ζητούσαμε απο ένα παιδί να την ζωγραφίσει δεν θα ξαφνιαζόμασταν να δούμε ένα σκοινί ή κάποιο άλλο υποστήριγμα ενώ σε μικρότερες ηλικίες η βαρύτητα μπορεί να είχε πάρει και μια πιο ανθρώπινη μορφή όπως υποδεικνύει και ο μύθος του Άτλαντα που κρατάει στις πλάτες του τη γη. Πώς σκέφτεται, λοιπόν, ένα παιδί και πως μπορεί το παραμύθι να εξυπηρετήσει την ανάγκη του να κατανοήσει τι συμβαίνει μέσα και έξω από αυτό; Καταρχάς, το παιδί αντιλαμβάνεται μέσα από την εμπειρία, βιωματικά, που σημαίνει ότι τα κριτήρια του είναι το πώς αισθάνεται. Εάν πονάει για παράδειγμα ή στενοχωριέται καμία λογική εξήγηση δεν είναι αρκετή καθώς εκείνη τη στιγμή ανάλογα βιώνει και τον κόσμο, ως κακό δηλαδή που τον κάνει να πονάει ή να στενοχωριέται. Ένα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της παιδικής σκέψης είναι ο εγωκεντρισμός. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι το παιδί φέρεται εγωιστικά αλλά ότι τα συμβάντα γύρω του προσωποποιούνται και το αφορούν άμεσα και κατά αποκλειστικότητα. Το παιδί νοιάζεται να είναι καλά αυτό και οι γονείς του και αν αυτό δεν συμβαίνει πολύ πιθανό να αισθανθεί άτυχο ή υπεύθυνο. Δεν έχουν αξία για το παιδί τα δεινά του κόσμου, η αδικία και οι αιτιώδεις σχέσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι το προσωπικό του βίωμα και η μοίρα του τη δεδομένη στιγμή. Εξάλλου δεν μπορεί να κατανοήσει παρά πέρα από το εδώ και τώρα. Τέλος, ένα ακόμα ιδιαίτερο και διακριτικό χαρακτηριστικό της παιδικής σκέψης είναι πως είναι ψυχοκρατική. Αυτό σημαίνει πως το παιδί σχετίζεται και κατανοεί τα άψυχα και τα έμψυχα αντικείμενα με τον ίδιο τρόπο, ως ζωντανά δηλαδή που σκέφτονται και αισθάνονται όπως το ίδιο. Για το παιδί, η πέτρα που κυλάει έχει πόδια και ο ήλιος που καίει είναι ζωντανός  και η πόρτα που του έπιασε τα δάχτυλα είναι κακιά και θέλει να την χτυπήσει. Επίσης, πιστεύει πως όλα αυτά τα άψυχα αντικείμενα μπορούν να καταλάβουν πως νιώθει, συμπάσχει με αυτά και περιμένει το ίδιο. Δεν είναι καθόλου σπάνιο να δούμε ένα παιδί να σκεπάζει τα λούτρινα αρκουδάκια του για να μην κρυώνουν ή να θυμώνει με το παιχνίδι του γιατί δεν τον εξυπηρετεί εκείνη τη στιγμή (π.χ. ο τούβλινος πύργος που πέφτει, ο μαρκαδόρος που δε γράφει)

Μόνο ο κόσμος του παραμυθιού είναι συνυφασμένος με την παιδική σκέψη. Στο παραμύθι ο ήρωας έχει ξεκάθαρα πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι συνήθως μόνος και έχει να αντιμετωπίσει κάποια μεγάλη δυσκολία. Στην προσπάθειά του αυτή λαμβάνει μαγική βοήθεια από παράξενα πλάσματα, από ζώα και από τη φύση. Τα δέντρα μιλούν, τα ποτάμια μεταμορφώνονται, η απώλεια δεν είναι οριστική, το κακό τιμωρείται και στο τέλος ο ήρωας λύνει το πρόβλημα του και θριαμβεύει όπως του αξίζει. Ο χώρος του παραμυθιού είναι απόλυτα συνυφασμένος με την παιδική σκέψη και φαντασία και για αυτό κάνει τόσο μεγάλο νόημα. Όταν το παιδί κατανοήσει τον εαυτό και τον κόσμο, τότε παύει να έχει ανάγκη από τη μαγεία και αρχίσει να αναζητά απαντήσεις με πιο ορθολογικούς τρόπους. Πριν να συμβεί όμως αυτό, ο πιο ασφαλής τρόπος να προσεγγίσει το άγνωστο είναι μέσα από τη φαντασία και τη μαγεία.

Go to top
JSN Boot template designed by JoomlaShine.com